Στις 11 σωζόμενες κωμωδίες του ο
Αριστοφάνης μας πληροφορεί για την αθηναϊκή διατροφή του 5ου π.Χ.
αιώνα. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχε και του πουλιού το γάλα (ορνίθων γάλα, Σφήκες). *Στους Βατράχους (405 π.Χ), ακόμα και στον Άδη υπήρχαν
φούρνοι (αρτοπώλια) και εστιατόρια.
Σε κάποιο από αυτά ο Ηρακλής έφαγε δεκάξι ψωμιά, είκοσι μερίδες κρέας
κατσαρόλας, μια πλεξούδα σκόρδα, κρέατα παστά (το πολύ τάριχος), ανθότυρο (τον τυρόν τον χλωρόν) και πατσά (χόλικας)
κι έφυγε χωρίς να πληρώσει. Οι πεθαμένοι μύστες γλεντούσαν με ψητά
γουρουνόπουλα και κρασί, ενώ ο Διόνυσος και ο Ξανθίας έλιωναν από τη λιγούρα («ω πότνια πολυτίμητε Δήμητρος κόρη, ως ηδύ
μοι προσέπνευσε χοιρείων κρεών»). Η Περσεφόνη σαν Αθηναία οικοδέσποινα
ετοίμαζε δείπνο για τους επισκέπτες της με
ψωμί που ζύμωνε κι έψηνε η ίδια, φάβα («έπεπεν άρτους, ήψε κατερεικτών χύτρας έτνους δύ’ ή τρεις»),
πουλερικά («κρέα ανέβραττεν ορνίθεια»),
βόδι στη θράκα («βουν απηνθράκιζ’όλον»),
ψάρια στη σχάρα, πίτες, γλυκά («πλακούντας
ώπτα κολλάβους»), ξηρούς καρπούς (τραγήματα έφρυγε) και γλυκό κρασί μαύρο.
*Στους
Αχαρνείς (425 π.Χ.) ο Δικαιόπολης
υμνεί το χέλι της Κωπαΐδας ψημένο στη σκάρα: «Ω χέλι
μέσα στα πατζάρια (έγχελις εντετευτλανωμένη), ως και νεκρός μαζί σου θέλω να
είμαι» και απαριθμεί τα εισαγόμενα από τη Βοιωτία αγαθά: Τσίχλες, κοτσύφια,
φάσσες, πάπιες, πέρδικες, νερόκοτες (φαλαρίδες),
τροχίλους, χήνες, σκατζόχοιρους κ.α. Στον κατάλογο τροφών του Δικαιόπολη περιλαμβάνονται παστά ψάρια,
σαλάμια (αλλάντας εξ Απατουρίων: αθηναϊκή
γιορτή κατά την οποία οι πλούσιοι τραπέζωναν τους πολίτες), λαγοί ψητοί, φαγητό
από εντόσθια και αίμα λαγού (μίμαρκυς),
βοδινό φουρνιστό (κριβανίτας),
κοκορέτσι (χορδή), σουπιές,
σουσαμοκούλουρα, παστέλια (ίτρια),
σαρδέλες, λαχανίδες (σκάνδικα), ψητό
καλαμάρι (τευθίς ωπτημένη σίζουσα=
που τσιτσιρίζει), ρεβίθια (ερέβινθοι),
πίττες πασπαλισμένες με τυρί («πλακούντες
τυρόνωτοι»), «δημού θρίον»
(γέμιση φύλλων συκιάς με κρέας σιμιγδάλι, αυγό, γάλα και τυρί, περεχυμένη με το
μέλι). Ο χορός λιγουρεύεται ψάρια στα κάρβουνα και θασιώτικη σάλτσα («θασίαν λιπαράμπυκα»).
*Στους
Ιππείς, (424 π.Χ) ένας
πωλητής αλλαντικών θα σώσει την Αθήνα και την Ελλάδα. Αναφέρεται το στέμφυλον (πολτός ελιάς με μυρωδικά,
ξύδι και λάδι) που τρωγόταν μαζί με τυρί. Το δημού βοείου θρίον εξωπτημένον (αβγά, γάλα, λίπος χοιρινό,
σιμιγδάλι, μυαλά και τυρί τυλιγμένα σε φύλλα συκιάς και βρασμένα σε ζωμό κότας
ή κατσικιού. Μετά το βράσιμο έβγαζαν τα φύλλα και έβαζαν το έδεσμα σε ζεστό
μέλι). Ήνυστρον βοός και κοιλία υεία (πατσάς
με στομάχι βοδιού και χοιρινή κοιλιά).
Καλαμαροχτάποδα στο τηγάνι (τάγηνον
τευθίδων). Έτνος πίσινον εύχρων και
καλόν (σούπα από μπιζέλια με ωραίο χρώμα και νόστιμη). Πίων πλακούς (λιπαρή πίττα)… Ο καρυκοποιός νοστίμιζε τα φαγητά με καρύκη (σάλτσα από αίμα και
μυρωδικά). Αρωματικά βότανα απογείωναν
τις γεύσεις, όπως η ρίγανη, το κορίαννον
(κόλιαντρος), το σίλφιο (μοιάζει με
μάραθο. Από αυτό έβγαζαν κίτρινη σκόνη
με γεύση σκόρδου για το μαγείρεμα. Χρησιμοποιούνταν και ως αντισυλληπτικό).. Ως
πρόχειρο φαγητό αναφέρονται κουκκιά, σκόρδα, κρεμμύδια, πράσα (γήτεια), καβούρια, όσπρια ή στάρια
καβουρδισμένα (χίδρα), φακή,
πληγούρι, κρίθινο καρβέλι (άλφιτα). Όψον
ήταν η τροφή που συνόδευε το ψωμί κι επειδή αυτή ήταν ιχθύς (λαβράκια,
τριχίδες, σκουμπριά, χέλια κλπ) ονόμασαν
τον ιχθύ οψάριον (ψάρι).
*Στους
Σφήκες (422 π.Χ) βλέπουμε
την προτίμηση των παιδιών στα στραγάλια και τα ξερά σύκα (ισχάδας). Το διαιτολόγιο συμπλήρωναν κάρδαμα, σέλινα, ροφοί, μεμβράδες (σκουμπριά), αφύαι (παστές
σαρδέλες από τον Εύξεινο Πόντο), βατίδες (ψάρια του γλυκού νερού), χέλια, κεστρείς
(είδος ψαριού), αφράτο ψωμί (φυστή μάζα), φακή, μέλι, σουσάμι, μήλα, ρόδια, εισαγόμενο τυρί (ο σκύλος Λάβης
άρπαξε «τροφαλίδα τυρού Σικελικήν» =κομμάτι τυριού από τη Σικελία).
*Στην
«Ειρήνη» (421 π.Χ.) ο
Πόλεμος ρίχνει στη σκορδαλιά του ακριβό μέλι Αττικής (στοίχιζε 4 οβολούς). Γίνεται
λόγος για πληγούρι (άλφιτα), τυρί, παστέλια (παλάσια), σταφίδες (γίγαρτα), σουσαμόψωμα, βραστά όσπρια σε χύτρες… Ο
Τρυγαίος εύχεται να γεμίσει η Ειρήνη την αγορά με σκόρδα μεγάλα, σύκα, μήλα,
ρόδια, χήνες, πάπιες, φάσσες, τροχίλους κ.α. Οι ήρωες της κωμωδίας επιθυμούν να
ψήνουν στα κάρβουνα στραγάλια και φαγώσιμα βελανίδια, να τρώνε φασολάδες (φασήλων
τρείς χοίνικας), τσίχλες, λαγούς και πρωτόγαλα.
*Στις Νεφέλες (423 π.Χ.) οι σοφιστές περιδρομιάζουν τσίχλες, παχιά πουλερικά και σπαρταριστούς κέφαλους.
*Στις Νεφέλες (423 π.Χ.) οι σοφιστές περιδρομιάζουν τσίχλες, παχιά πουλερικά και σπαρταριστούς κέφαλους.
*Στους
Όρνιθες ( 414) ο
Τσαλαπετεινός-Τηρέας τρώει σαρδέλες
Φαλήρου και φάβα. Τα ψητά πουλερικά περεχύνονται με λάδι, ξίδι, τριμμένο τυρί
και ζεστή σάλτσα γλυκιά και παχιά. Το επιδόρπιο είναι «ναστοί μελιτούντες» (λουκουμάδες).Στη Νεφελοκοκυγία τα πουλιά που
στασίασαν εναντίον των δημοκρατικών
πουλιών έγιναν ψητά, πασπαλισμένα με τριμμένο τυρί και μπαχαρικά.
*Στη
Λυσιστράτη (411) κλείστηκαν
στην Ακρόπολη για να επιβάλουν την ειρήνη «σπερμαγοραιο
λεκιθολαχανοπώλιδες» και «σκοροδοπανδοκευτριαρτοπώλιδες»
(αυγολαχανοφασουλομανάβισσες και σκορδοξενοδοχοφουρνάρισσες). Οι δικαστές
έτρωγαν μαύρα κουκιά,για να μη νυστάζουν. Στους νεκρούς πρόσφεραν «μελιτούττα»
(μελόπιττα) για τον Κέρβερο. Εκλεκτές λιχουδιές ήταν τα Βοιωτικά χέλια, όσπρια
σούπα (έτνος) και ψητό γουρουνάκι
θυσίας (δελφάκιον).
*Στις
Θεσμοφοριάζουσες (411) οι έγγαμες Αθηναίες που τελούσαν στην Ελευσίνα
προς τιμήν της Δήμητρας τα Θεσμοφόρια τρώγαν «σησαμούντας» (σουσαμένια παστέλια) τη μέρα της νηστείας. Την
τελευταία μέρα ξεφάντωναν με ψητά γουρουνόπουλα και κρασί και προσφέραν στις
θεές πόπανα, στρογγυλά γλυκά.
*Στις «Εκκλησιάζουσες» (393) προσφάγι είναι οι ελιές, το ψωμί και τα κρεμμύδια. Η Πραξαγόρα τάζει, αν κυβερνήσει, όλοι οι πολίτες να έχουν άρτους, παστά κρέατα και ψάρια, κρασιά, γλυκά και ρεβύθια. Στο φαγοπότι που γίνεται στο τέλος ψήνουν κρέατα, σουβλίζουν λαγούς, φουρνίζουν πίτες, καβουρδίζουν στραγάλια, βράζουν φάβα και σερβίρουν μια συνταγή με 17 υλικά (σελάχι, γαλέο, χόρτα, τριμμένο τυρί, λίπος, μέλι, τσίχλες, κοτσύφια, τρυγόνια, λαγούς, περιστέρια, άγριοπερίστερα κ.α. που βράζουν στη χύτρα με μπόλικη σάλτσα). Το όνομα της είναι η μεγαλύτερη ελληνική λέξη (172 γράμματα): «λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματολιπαρομελιτοκατάκεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεροπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών».
*Στις «Εκκλησιάζουσες» (393) προσφάγι είναι οι ελιές, το ψωμί και τα κρεμμύδια. Η Πραξαγόρα τάζει, αν κυβερνήσει, όλοι οι πολίτες να έχουν άρτους, παστά κρέατα και ψάρια, κρασιά, γλυκά και ρεβύθια. Στο φαγοπότι που γίνεται στο τέλος ψήνουν κρέατα, σουβλίζουν λαγούς, φουρνίζουν πίτες, καβουρδίζουν στραγάλια, βράζουν φάβα και σερβίρουν μια συνταγή με 17 υλικά (σελάχι, γαλέο, χόρτα, τριμμένο τυρί, λίπος, μέλι, τσίχλες, κοτσύφια, τρυγόνια, λαγούς, περιστέρια, άγριοπερίστερα κ.α. που βράζουν στη χύτρα με μπόλικη σάλτσα). Το όνομα της είναι η μεγαλύτερη ελληνική λέξη (172 γράμματα): «λοπαδοτεμαχοσελαχογαλεοκρανιολειψανοδριμυποτριμματολιπαρομελιτοκατάκεχυμενοκιχλεπικοσσυφοφαττοπεριστεροπιφαλλιδοκιγκλοπελειολαγωοσιραιοβαφητραγανοπτερυγών».
*Στον Πλούτο (388) ο δούλος του Χρεμύλου Καρίων επιθυμεί
μεζέδες, πίτες, σύκα, κριθαρόψωμο, φακή… Ο Χρεμύλος λέει στην Πενία ότι
εξαιτίας της οι φτωχοί τρώνε βλαστάρια από μολόχες και φύλλα από ραπανάκια αντί
για κριθαρόψωμο. Στην εορτή των Θησείων οι γέροι τρώγαν μπουκιές ψωμί
βουτηγμένες σε ζωμό. Στο Ασκληπιείο οι άρρωστοι έφερναν προσφορές για το θεό:
τσουκάλια με χυλό, τηγανίτες, σύκα, μελόπιτες. Η οσμή παστών ψαριών και ψημένων
κρεάτων από το σπίτι του Χρεμύλου έκαναν τα σάλια του Συκοφάντη να τρέχουν.Μια
γριά δωροδοκούσε τον εραστή της με γαλατόπιττες. Στον Ερμή πρόσφεραν
κρασόπιτες, μέλι και σύκα, χοιρομέρια, ζεστά εντόσθια, κρασί με νερό και κάθε 4
του μήνα του ζύμωναν ειδική πίτα. Η κωμωδία κλείνει με την ερωτευμένη γριά να
κουβαλά στο κεφάλι της χύτρες με γάλα, επικεφαλής πομπής για τη μεταφορά του Πλούτου
από το σπίτι του Χρεμύλου στον οπισθόδομο του ναού της Αθηνάς
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου