Οι
αντιφάσεις των ευαγγελίων προβλημάτιζαν ανέκαθεν τους χριστιανούς θεολόγους που πάσχιζαν να τις δικαιολογήσουν. Ο Χριστός
εμφανίζεται να καυχάται ότι είναι η πηγή της ζωής και ζωοποιεί όποιους
ανθρώπους θέλει, όμως, όταν πλησιάζει η ώρα του θανάτου του, παρακαλά το θεό να
μην επιτρέψει να πιεί αυτό το ποτήρι, αδύναμος μπροστά στην παντοδυναμία του
θανάτου («ὁ Λάζαρον καὶ πολλοὺς νεκροὺς
ἀναστήσας οὐχ
ἑαυτῷ παρέχει τὸ ζῇν, ἀλλὰ παρὰ τοῦ Πατρὸς ᾔτει …εἰπών· Πάτερ, εἰ
δυνατὸν, παρελθέτω τὸ ποτήριον τοῦτο …Ἐψεύσατο οὖν ὁ Υἱὸς εἰπών ·Ἐγώ εἰμι ἡ
ζωή· καὶ· ὁ Υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεῖ…»,
Μ. Βασιλείου, Προς Ευνόμιον). Ο φιλόσοφος Κέλσος έλεγε ότι, αν φαντασθούμε
ότι η θεϊκή φύση μπορεί να ενωθεί με την ανθρώπινη, τότε θα υπερισχύσει το
θεϊκό στοιχείο ως ανώτερο. Στην περίπτωση του Χριστού βλέπουμε να κυριαρχεί το
ανθρώπινο στοιχείο και να εγκαταλείπεται από το θεϊκό («θεέ μου, θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλειπες;). Ως άνθρωπος ο Χριστός
απέχει από την εικόνα του ήρωα που αψηφά το θάνατο και το μαρτύριο. Η
ανθρωπότητα έχει αναδείξει ηρωικές μορφές, που χωρίς να ελπίζουν σε ανάσταση ή
στην ευγνωμοσύνη των άλλων ανθρώπων διάλεξαν το δρόμο του μαρτυρίου και του
θανάτου για να μην προδώσουν τις ιδέες τους. Οπότε η δικαιολογία του Μ.
Βασιλείου, ότι σαν άνθρωπος έδειξε αδυναμία και δειλία και όχι σαν θεός, δεν
καλύπτει την αντίφαση («Εἰς τὴν
ἐνανθρώπησιν οὖν καὶ οὐκ εἰς τὴν θεότητα τὸ εἰρημένον νοεῖν δεῖ»,Μ. Βασιλείου, Προς Ευνόμιον).
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου